Τα είδη του Μέλους

2026-10-19

Όποιος παρακολουθεί (ή και όχι) με προσοχή μια ακολουθία, θα προσέξει πως όλοι οι ύμνοι, δεν ψάλλονται με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι κυλούν γρήγορα, άλλοι ψάλλονται πιο αργά και άλλοι, ανοίγουν τις συλλαβές τόσο πολύ ώστε η λέξη χάνεται μέσα στη μελωδία. Στο μεταξύ, ο ιερέας εκφωνεί τις αιτήσεις και ο αναγνώστης διαβάζει τον Απόστολο με έναν τρόπο που δεν είναι ούτε ανάγνωση ούτε ψαλμωδία.

Η βυζαντινή μουσική διακρίνει τα μέλη της σε είδη, και η διάκριση αυτή είναι από τα πρώτα που χρειάζεται ο ψάλτης για να καταλάβει τι ψάλλει και γιατί το ψάλλει καθ' αυτό τον τρόπο.

Τα ψαλλόμενα μέλη της Εκκλησίας έχουν ποικιλία ως προς τη μορφή και τη σύνθεσή τους. Άλλα είναι πεζά και άλλα ποιητικά. Γράφτηκαν και μελοποιήθηκαν σε διαφορετικούς αιώνες, από διαφορετικούς ποιητές και μουσικούς. Τα γνωρίζουμε με πλήθος χαρακτηριστικών ονομασιών. Κεκραγάρια, στιχηρά, προσόμοια, δοξαστικά, απολυτίκια, καθίσματα, θεοτοκία, ευλογητάρια, αντίφωνα, πολυέλεοι, κανόνες, ειρμοί, καταβασίες, μαρτυρικά, μεγαλυνάρια, εξαποστειλάρια, αίνοι, δοξολογίες, τυπικά, μακαρισμοί, κοντάκια, Χερουβικά, κοινωνικά.

Οι ονομασίες αυτές δεν είναι τυχαίες αλλά προέρχονται από μερικές απλές έννοιες.

Οι ύμνοι χαρακτηρίζονται από μια λέξη ή φράση που περιέχει ο ύμνος, όπως τα π.χ. τα Ευλογητάρια ή τα Χερουβικά («Ευλογητός ει Κύριε» ή «Οι τα χερουβείμ»), από τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται, όπως τα Θεοτοκία (ύμνοι προς την Θεοτόκο) ή τα μαρτυρικά (ύμνοι για τους μάρτυρες της Εκκλησίας).

Επίσης από τον στίχο που προψάλλεται, όπως τα στιχηρά (προηγείται στίχος προ του ύμνου) ή τα δοξαστικά (προηγείται το «Δόξα πατρί»), ή από τη θέση του ύμνου μέσα στην Ακολουθία, όπως τα απολυτίκια ή τα λειτουργικά.

Μια πρώτη, βασική διάκριση αφορά τη σχέση του τροπαρίου με το μέλος του. Ιδιόμελα ονομάζονται τα τροπάρια που έχουν δικό τους μέλος. Αντίθετα, προσόμοια είναι τα τροπάρια που ψάλλονται πάνω στο πρότυπο ορισμένων άλλων τροπαρίων, τα οποία ονομάζονται πρόλογοι ή αυτόμελα. Ο ψάλτης που γνωρίζει το αυτόμελο μπορεί έτσι να ψάλει δεκάδες προσόμοια με το ίδιο μέλος.

Ο Διαχωρισμός των μελών

Πώς ξεχωρίζει κάποιος ένα είδος μέλους από ένα άλλο; Η απάντηση είναι απλή και εύκολη. Από την έκταση που παίρνουν οι συλλαβές του κειμένου μέσα στο μέλος.

Μια συλλαβή μπορεί να εκφέρεται με έναν μόνο φωνητικό χαρακτήρα και να διαρκεί έναν χρόνο. Μπορεί όμως να εκφέρεται και με δύο, τρεις ή περισσότερους χαρακτήρες, οπότε διαρκεί και ανάλογο αριθμό χρόνων. Όσο περισσότερο «απλώνεται» η συλλαβή, τόσο εκτενέστερο και μεγαλύτερο γίνεται το μέλος.

Από αυτή τη διαφορά προήλθαν σταδιακά τρία είδη μέλους. Το ειρμολογικό, το στιχηραρικό και το παπαδικό.

Πρώτο διαμορφώθηκε το ειρμολογικό μέλος, που προήλθε από την απλή εμμελή απαγγελία των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Έπειτα προστέθηκε το στιχηραρικό, και αργότερα εμφανίστηκε το παπαδικό. Μπορούμε να πούμε, πως η εξέλιξη πήγε από το απλό στο σύνθετο.

Το ειρμολογικό είδος

Το ειρμολογικό είδος περιλαμβάνει τα σύντομα μέλη της βυζαντινής μουσικής. Σε αυτό οι συλλαβές των λέξεων παίρνουν τη μικρότερη έκταση σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο μέλος. Η ονομασία του, προέρχεται από τους ειρμούς των κανόνων, που ψάλλονται σε σύντομο μέλος και χρησιμεύουν ως πρόλογοι για άλλους ύμνους. Γι' αυτό και Ειρμολόγια ονομάστηκαν τα μουσικά βιβλία που περιέχουν τους ειρμούς και τις καταβασίες των κανόνων των κυριότερων εορτών, ακινήτων και κινητών. Τα ειρμολογικά μέλη δεν έχουν όλα την ίδια έκταση. Γι' αυτό, το είδος υποδιαιρείται σε τρία μέρη.

Το σύντομο ειρμολογικό, το οποίο είναι το συντομότερο. Εδώ κάθε συλλαβή εκφέρεται κατά κανόνα με έναν φωνητικό χαρακτήρα.

Το αργό ειρμολογικό, το οποίο διαφέρει από το σύντομο σε ένα ουσιαστικά σημείο. Κάθε συλλαβή εκτείνεται συνήθως σε δύο χρόνους. Κατά τα άλλα, το μέλος του μοιάζει με το σύντομο ειρμολογικό.

Και το καλοφωνικό, το οποίο είναι το μέλος που βρίσκουμε στους καλοφωνικούς ειρμούς και περιλαμβάνει μόνο ειρμούς κανόνων. Ονομάστηκαν έτσι επειδή το μέλος τους είναι πολύ έντεχνο και απαιτεί καλλιφωνία στην εκτέλεση. Τέτοιους ειρμούς μελοποίησαν επιφανείς μουσικοί, μεταξύ των οποίων ξεχώρισε ο Πέτρος Γλυκύς ο Μπερεκέτης, ο επονομασθείς «πατήρ των καλοφωνικών ειρμών». Οι καλοφωνικοί ειρμοί ψάλλονται κατά τη διανομή του αντιδώρου στις πανηγυρικές λειτουργίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον Χρύσανθο, το καλοφωνικό μέλος μετέχει τόσο του ειρμολογικού όσο και του παπαδικού μέλους.

Ειρμολογικά μέλη υπάρχουν σε όλους τους ήχους, και τα περισσότερα είναι σύντομα. Κατά το ειρμολογικό είδος ψάλλονται κανόνες, ειρμοί, καταβασίες, στιχηρά, προσόμοια, απολυτίκια, καθίσματα, αντίφωνα, μεγαλυνάρια, εξαποστειλάρια, δοξολογίες, τυπικά, μακαρισμοί, κοντάκια.

Το ειρμολογικό είδος χαρακτηρίζεται ως το αρχαιότερο και γνησιότερο βυζαντινό μέλος. Πολλοί παλαιοί θεωρητικοί, πιστεύουν ότι διασώζει περισσότερο από κάθε άλλο τα ίχνη της μουσικής παράδοσης των αρχαίων Ελλήνων.

Το στιχηραρικό είδος

Το στιχηραρικό είδος είναι εκτενέστερο από το ειρμολογικό και περιλαμβάνει τα αργοσύντομα μέλη. Εδώ κάθε συλλαβή εκφέρεται συνήθως με δύο φωνητικούς χαρακτήρες ή διαρκεί δύο χρόνους. Σπανίως παίρνει τρεις ή τέσσερις, ή λιγότερους από δύο. Ονομάστηκε στιχηραρικό επειδή κατά το μέλος αυτό, ψάλλονται συνήθως τα λεγόμενα στιχηρά τροπάρια. Τα μουσικά βιβλία με μέλη στιχηραρικά ονομάζονταν στα βυζαντινά χρόνια Στιχηράρια.

Και τα στιχηραρικά μέλη δεν έχουν όλα την ίδια έκταση. Διακρίνονται σε δύο μορφές.

Το παλαιό, ή αργό στιχηραρικό. Είναι πολύ εκτενέστερο και επικρατούσε σε παλαιότερους χρόνους. Διασώζεται κυρίως στο αργό Δοξαστάριο του Ιακώβου του πρωτοψάλτου. Σε αυτά τα μέλη κάθε συλλαβή διαρκεί τέσσερις, έξι, οκτώ ή και περισσότερους χρόνους, και εξαίρεση είναι να διαρκεί μόνο δύο. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι τα αργά στιχηραρικά μέλη δεν ψάλλονται πια σήμερα, με μόνη εξαίρεση τα απόστιχα στους Εσπερινούς των Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Γράφει γι' αυτά για να έχουν οι σπουδαστές γνώση της ύπαρξής τους.

Το νέο, ή σύντομο στιχηραρικό. Επικράτησε κυρίως από την εποχή του Πέτρου του Πελοποννησίου, και τον τύπο του τον βρίσκουμε στο αργό Αναστασιματάριο και στο Δοξαστάριο του Πέτρου. Τα δύο αυτά βιβλία αποτέλεσαν τη βάση για όλα τα Αναστασιματάρια και Δοξαστάρια που εκδόθηκαν από τότε μέχρι σήμερα.

Η διαφορά ανάμεσα στο παλαιό και στο νέο είναι στην πλοκή, στη σύνθεση καθώς και στις θέσεις που χρησιμοποιούν. Συμπίπτουν όμως στις βάσεις, στους δεσπόζοντες φθόγγους και στις καταλήξεις.

Κατά το στιχηραρικό είδος έχουν μελοποιηθεί διάφορα δοξαστικά, στιχηρά ιδιόμελα, αίνοι, καθίσματα, εξαποστειλάρια, αντίφωνα και εισοδικά. Στιχηραρικά μέλη έχουν όλοι οι ήχοι.

Το στιχηραρικό μέλος δεν διαφέρει από το ειρμολογικό μόνο στην έκταση αλλά σε πολλά περισσότερα. Συχνά, άλλη είναι η βάση ενός ήχου στο ειρμολογικό και άλλη στο στιχηραρικό είδος, άλλοι είναι οι δεσπόζοντες φθόγγοι στο ένα και άλλοι στο άλλο.

Το είδαμε ήδη στα προηγούμενα άρθρα (βλ. ενότητα «Ήχοι»), ο δεύτερος ήχος έχει βάση τον Δι στο στιχηραρικό, ενώ στο ειρμολογικό τον Πα. Ο πλάγιος του δευτέρου, αντίστροφα, έχει βάση τον Πα στο στιχηραρικό και τον Δι στο ειρμολογικό. Παρατηρούμε λοιπόν πως ο ήχος είναι ένας τρόπος συμπεριφοράς του μέλους, που αλλάζει ανάλογα με το είδος στο οποίο εντάσσεται.

Το παπαδικό είδος

Το παπαδικό είδος είναι εκτενέστερο και περιλαμβάνει τα αργά μέλη της βυζαντινής μουσικής. Από το στιχηραρικό διαφέρει κυρίως στην έκταση των συλλαβών και στις θέσεις που χρησιμοποιεί. Στο παπαδικό μέλος κάθε συλλαβή εκτείνεται σε πολλούς χρόνους, και εξαίρεση είναι να διαρκεί μια συλλαβή λίγους. Κατά τα άλλα, τα δύο είδη συμπίπτουν στις βάσεις, στους δεσπόζοντες φθόγγους και στις καταλήξεις.

Η προέλευση της ονομασίας δεν είναι σαφής. Σύμφωνα με τον Χρύσανθο εκ Μαδύτων, (έναν από τους τρεις δασκάλους της Μεγάλης Μεταρρύθμισης της Βυζαντινής Μουσικής) στο «Μέγα Θεωρητικόν» του, η ονομασία «παπαδικό μέλος» προέρχεται από το γεγονός ότι, την ώρα που οι ψάλτες ψάλλουν τα συγκεκριμένα αργά μέλη, ο ιερέας (ο παπάς) έχει τον χρόνο να διαβάσει μυστικά τις ευχές της Θείας Λειτουργίας.

Κατά το παπαδικό είδος έχουν μελοποιηθεί κυρίως Χερουβικά, Κοινωνικά, αργά τρισάγια και αλληλουιάρια, ασματικά Θεοτοκία, αργά κεκραγάρια και πασαπνοάρια, δοξαστικά πολυελέων μαζί με τα κρατήματά τους. Και στο είδος αυτό υπάρχουν μέλη περισσότερο και λιγότερο εκτενή. Παπαδικά μέλη, επίσης έχουν όλοι οι ήχοι.

Το παπαδικό μέλος προήλθε από επέκταση του στιχηραρικού, σε εποχές κατά τις οποίες οι Ακολουθίες γίνονταν μακρότερες, ιδίως τις ημέρες των πανηγύρεων. Επειδή οι Ακολουθίες αυτές διαρκούσαν περισσότερο, χρησιμοποιούνταν και εκτενέστερα μέλη.

Εκλεκτά δείγματα παπαδικού μέλους είναι τα Χερουβικά και τα Κοινωνικά του Πέτρου του Πελοποννησίου, του Δανιήλ του πρωτοψάλτου, του Γρηγορίου του πρωτοψάλτου, του Θεοδώρου του Φωκαέως, το «Θεοτόκε Παρθένε» του Πέτρου του Μπερεκέτη, καθώς και τα δοξαστικά των πολυελέων.

Η εμμελής απαγγελία

Εκτός από τους ψαλμούς και τους ύμνους, στις ιερές ακολουθίες χρησιμοποιούνται και αναγνώσματα, δεήσεις και ευχές. Αυτά απαγγέλλονται με δύο τρόπους. Στην πεζή απαγγελία και στην εμμελή απαγγελία.

Πεζή απαγγελία. Είναι η απλή ανάγνωση, χωρίς κανένα μέλος. Έχει κι αυτή τους κανόνες της, αλλά δεν υπάγεται σε κανένα είδος μέλους. Για την ορθή κατανόησή της, συνοψίζεται σε τέσσερα σημεία.

1. Το ευκρινές, ώστε να ακούγονται καθαρά όλες οι λέξεις. Σε αυτό συντελεί και ο τόνος της φωνής, που δεν πρέπει να είναι ούτε ασθενής ούτε υπερβολικά οξύς και έντονος.

2. Ο κανονικός χρόνος, δηλαδή ούτε πολύ γρήγορα ούτε υπερβολικά αργά.

3. Η ανάγνωση κατ' έννοιαν. Οι λέξεις τονίζονται και οι περίοδοι χωρίζονται ανάλογα με το νόημα. Ο σωστός τονισμός και ο χωρισμός των φράσεων «εμψυχώνουν» το ανάγνωσμα και κάνουν το περιεχόμενό του σαφές.

4. Το κατάλληλο ύφος, που ανάλογα με το περιεχόμενο μπορεί να είναι ενθουσιαστικό, πένθιμο, διηγηματικό ή διδακτικό.

Εμμελής απαγγελία είναι εκείνη που αμυδρά, διαφαίνεται κάποιο μέλος. Κατέχει πολύ σημαντική θέση στις ιερές ακολουθίες και βρίσκεται ανάμεσα στην πεζή απαγγελία και στο ειρμολογικό είδος. Γι' αυτό μπορεί να θεωρηθεί κι αυτή ένα είδος μέλους, το πρώτο στάδιο, θα λέγαμε, πάνω στο οποίο χτίστηκαν όλα τα υπόλοιπα.

Η εμμελής απαγγελία χρησιμοποιείται στην Εκκλησία από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Αυτή χρησιμοποιείται κατά το ύφος του τετάρτου ήχου, από τον Δι, με τη χρόα του κλιτού. Αυτός είναι ο κατά παράδοση συνηθέστερος τρόπος.

Ορισμένοι συνηθίζουν να απαγγέλλουν κατά το ύφος του πλαγίου πρώτου, κάτι που μοιάζει με τον ελάσσονα τρόπο (minore) της ευρωπαϊκής μουσικής. Το ύφος αυτό όμως δίνει την εντύπωση κοσμικού άσματος που αντηχεί στους δρόμους, και δεν συμβιβάζεται με τη σεμνοπρέπεια των ιερών τελετών. Γι' αυτό, «πρέπει να αποκλειστεί αδιστάκτως από τον ναό». Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λένε όλοι η παλαιοί θεωρητικοί.

Η εμμελής απαγγελία έχει κι αυτή ορισμένη βάση, δηλαδή ίσον. Ο ιερέας (για τις αιτήσεις, τις εκφωνήσεις, το Ευαγγέλιο) και ο αναγνώστης (για τον Απόστολο) μπορούν να ορίσουν τη βάση τους είτε ανεξάρτητα από την ψαλμωδία που προηγήθηκε είτε σε σχέση με αυτήν. Από μουσικής άποψης, το καλύτερο είναι το ίσον της απαγγελίας να κανονίζεται με βάση το ίσον της ψαλμωδίας που προηγήθηκε. Ποιο ακριβώς θα είναι, εξαρτάται από τη βάση του προηγούμενου μέλους, αλλά βεβαίως και από την έκταση της φωνής εκείνου που απαγγέλλει.

Δύο πολύ εύστοχα παραδείγματα με βάση τον πίνακα παρατίθενται παρακάτω.

1. Αν ψάλθηκε Δοξολογία πρώτου ήχου με βάση τον Πα και η ψαλμωδία κατέληξε με το «Σήμερον σωτηρία τω κόσμω γέγονε», ο διάκονος, θα αρχίσει τα Ειρηνικά με το «Ευλόγησον, δέσποτα» παίρνοντας ως ίσον τον Δι, τον Κε ή τον Πα΄, ανάλογα με τη φωνή του.

2. Αν στη Λειτουργία ψάλθηκε το «Δύναμις, άγιος ο Θεός» σε ήχο Β΄ (βάση ο Δι), ο αναγνώστης θα αρχίσει τον Απόστολο με βάση είτε τον Δι είτε τον Νη.

Σε κάθε περίπτωση, όποια βάση κι αν πάρει η απαγγελία, ψηλότερη ή χαμηλότερη, το ύφος και το μέλος της θα είναι πάντοτε κατά έναν ορισμένο ήχο.

Η εμμελής απαγγελία έχει σκοπό να αποδώσει καθαρά και να παραστήσει ζωηρά τις λέξεις και το νόημα των ευχών ή των περικοπών της Αγίας Γραφής. Για να το πετύχει, πρέπει αφενός να χωρίζει το κείμενο σύμφωνα με τα σημεία στίξεως και αφετέρου να του δίνει την κατάλληλη έκφραση ανάλογα με το νόημα.

Γι' αυτό όποιος απαγγέλλει πρέπει να απαραιτήτως να προμελετά το κείμενο. Πρώτα για να εξασφαλίσει τη σωστή ανάγνωση και προφορά των λέξεων. Έπειτα για να χωρίσει σωστά τις φράσεις και τις περιόδους σύμφωνα με τη στίξη. Και τρίτο, για να κατανοήσει το νόημα και όσα αυτό απαιτεί. Η προετοιμασία αυτή, συντελεί στην επιτυχία της μουσικής απαγγελίας.

Τα σημεία στίξεως και οι καταλήξεις

Τα σημεία στίξεως στα αναγνώσματα είναι το κόμμα, η άνω τελεία, η τελεία, το ερωτηματικό και η παρένθεση. Αυτά, διαιρούν το κείμενο σε μικρές ή μεγάλες περιόδους όπως ακριβώς και η ψαλμωδία. Αναλυτικότερα.

Ατελείς καταλήξεις γίνονται όπου το κείμενο έχει κόμμα ή άνω τελεία.

Εντελείς καταλήξεις γίνονται όπου υπάρχει άνω τελεία ή τελεία, και καταλήγουν στη βάση.

Τελικές καταλήξεις γίνονται στο τέλος του αναγνώσματος, επίσης στη βάση.

Οι υπόλοιπες συλλαβές εκφωνούνται κατά το πλείστον πάνω στη γραμμή του ίσου.

Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι η εξής. Όταν το κείμενο έχει διαδοχικά κόμματα, όπως στο «Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, δεσποίνης ημών…» ή στο «Υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων…», δεν γίνεται κατάληξη σε κάθε κόμμα, αλλά μόνο εκεί όπου συμπληρώνεται ένα αυτοτελές νόημα. Τα σημεία στίξης είναι ο οδηγός. Τον τελευταίο λόγο τον έχει πάντοτε το νόημα.

Οι ερωτήσεις αποδίδονται καλύτερα με κατάληξη έναν τόνο κάτω από τη βάση, μπορεί όμως η εμμελής απαγγελία να μετατραπεί για μια στιγμή σε πεζή, ώστε η ερώτηση να ακουστεί πιο φυσικά.

Οι φράσεις μέσα σε παρένθεση απαγγέλλονται συνήθως σε βάση χαμηλότερη κατά τρεις τόνους.

Στο τέλος της περικοπής (του Αποστόλου ή του Ευαγγελίου) γίνεται εκτενέστερη κατάληξη, που την προετοιμάζει μια κατάβαση της απαγγελίας σε χαμηλότερους τόνους.

Μία πολύ εύστοχη οδηγία που μας παραθέτει ο Δ.Γ. Παναγιωτόπουλος είναι η εξής και καλό είναι να τη θυμόμαστε. «Όσοι δεν έχουν φωνή εύστροφη και μελωδική, καλό είναι να αποφεύγουν τους πολλούς ελιγμούς της φωνής προς τα πάνω και προς τα κάτω. Αλλά και όσοι έχουν κατάλληλη φωνή, δεν πρέπει να κάνουν κατάχρηση ελιγμών ούτε να μετατρέπουν την απαγγελία σε ψαλμωδία». 

Share