Η ανθρώπινη φωνή

Το όργανο της ψαλτικής τέχνης
Η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική είναι, από την ίδια της τη φύση, φωνητική μουσική. Δεν συνοδεύεται από όργανα και ούτε στηρίζεται σε συγχορδίες. Ο ψάλτης ανεβαίνει στο αναλόγιο στηριζόμενος σε ένα και μόνο όργανο τη φωνή του. Και όμως, πόσοι από εμάς έχουμε σταθεί να σκεφτούμε τι ακριβώς είναι αυτό το όργανο, πώς λειτουργεί, πώς φθείρεται και με ποιον τρόπο συντηρείται;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι το πιο πρακτικό ερώτημα που μπορεί να θέσει ένας ιεροψάλτης στον εαυτό του, γιατί από την απάντηση εξαρτάται αν θα ψάλλει στα εξήντα του με την ίδια άνεση που έψαλλε στα τριάντα.
Το θαυμαστό όργανο της φωνής
Η βάση της φωνής είναι ο λάρυγγας, ένας ανώμαλος σωλήνας που τον συγκροτούν διάφοροι χόνδροι και τον περιβάλλει εξωτερικά ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα μυών. Οι μύες αυτοί δεν τον κρατούν απλώς στη θέση του αλλά του επιτρέπουν να εκτελεί με μεγάλη ευχέρεια ένα πλήθος κινήσεων.
Στο εσωτερικό του και προς το κατώτερο τμήμα της επιφάνειάς του βρίσκονται δύο μικρές πτυχές, λευκές και πολύ ελαστικές, οι φωνητικές χορδές. Έχουν μήκος περίπου είκοσι δύο χιλιοστά, ενώνονται με τα εσωτερικά τοιχώματα του λάρυγγα και άλλοτε τεντώνονται και άλλοτε χαλαρώνουν. Ανάμεσά τους σχηματίζεται μια μικρή σχισμή, η γλωττιδική, που παίρνει το σχήμα ισοσκελούς τριγώνου. Από εκεί περνά όλος ο αέρας που εισέρχεται στους πνεύμονες και εξέρχεται από αυτούς. Όταν οι χορδές πλησιάζουν μεταξύ τους, η σχισμή στενεύει τόσο, ώστε αντί για τρίγωνο να σχηματίζει ευθεία γραμμή.
Πάνω από τον λάρυγγα υπάρχουν τρεις κοιλότητες, του φάρυγγα, του στόματος και της ρινός και κάτω από αυτόν η τραχεία αρτηρία, οι βρόγχοι και οι πνεύμονες. Όλα μαζί αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα, και καμία διδασκαλία της φωνής δεν στέκει αν αγνοήσει έστω και ένα από αυτά τα μέρη.
Πως γεννιέται ο φθόγγος
Το φωνητικό όργανο βρίσκεται υπό την άμεση διεύθυνση του εγκεφάλου. Ο αέρας που εξέρχεται από τους πνεύμονες λειτουργεί ως πλήκτρο και οι φωνητικές χορδές ως χορδές μουσικού οργάνου. Καθώς οι πνεύμονες βγάζουν αέρα με μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη, οι χορδές τεντώνονται και πλησιάζουν μεταξύ τους περισσότερο ή λιγότερο. Ολόκληρος ο λάρυγγας υψώνεται όταν πρόκειται να παραχθούν φθόγγοι οξείς και κατέρχεται όταν πρόκειται για βαρείς.
Εδώ όμως βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Η φωνή, τη στιγμή που γεννιέται στον λάρυγγα, είναι αδύναμη και αδιαμόρφωτη. Καθώς περνά από τις κοιλότητες που βρίσκονται από πάνω του, όχι μόνο ενισχύεται σημαντικά αλλά και διαμορφώνεται, ώστε να εξέλθει από το στόμα καθαρή. Οι κοιλότητες αυτές είναι τα αντηχεία μας.
Τέλος, στη διαμόρφωση της φωνής μετέχει το στόμα, μέσα στο οποίο σχηματίζονται τα φωνήεντα και τα σύμφωνα με τη βοήθεια της γλώσσας, όπως το είχε ήδη διατυπώσει ο Αριστοτέλης, ότι τα μεν φωνήεντα τα αφήνει η φωνή και ο λάρυγγας, τα δε άφωνα η γλώσσα και τα χείλη. Τα χείλη με τον κατάλληλο σχηματισμό τους μεγαλώνουν τον φωνητικό σωλήνα και εξακοντίζουν τη φωνή προς τα έξω.
Και ποιος ελέγχει το αποτέλεσμα; Η ακοή. Με την άσκηση αποκτά την ικανότητα να εξακριβώνει αν ο φθόγγος που παράχθηκε είναι πράγματι εκείνος που θέλαμε να αποδώσουμε, και αν η ένταση είναι όση επιθυμούσαμε να δώσουμε. Ο ψάλτης δηλαδή δεν εκπαιδεύει μόνο τον λάρυγγα του, αλλά εκπαιδεύει ταυτόχρονα και το αυτί του.
Η διάκριση των φωνών
Οι φωνές που χρησιμοποιούνται, κατατάσσονται σε είδη ανάλογα με το φύλο, την έκταση, τη θέση, την ένταση, τον ιδιαίτερο τρόπο σχηματισμού και το ποιόν τους.
Ως προς το φύλο, οι γυναικείες και οι παιδικές φωνές είναι οξύτερες από τις ανδρικές κατά μία διαπασών. Στα αγόρια η παιδική φωνή διατηρείται μέχρι την εφηβεία γύρω στο δέκατο τέταρτο ή δέκατο πέμπτο έτος, ο λάρυγγας αυξάνει απότομα και η φωνή μεταβάλλεται σε ανδρική, γίνεται τραχύτερη και βαρύτερη κατά μία διαπασών. Στα κορίτσια η μεταβολή είναι ελάχιστα αισθητή, μόλις δύο τόνοι.
Ως προς την έκταση, η φωνή περιλαμβάνει συνήθως δύο διαπασών ή δεκατρείς με δεκατέσσερις φθόγγους. Σε εξασκημένους αοιδούς και ψάλτες φτάνει τους δεκαέξι και περισσότερους. Είναι διδακτικό ότι στη συνήθη συνομιλία και στην πεζή απαγγελία χρησιμοποιούμε μόλις δύο έως έξι φθόγγους, και σπανιότερα οκτώ (για παράδειγμα σε κάποιο κήρυγμα).
Ως προς τη θέση, εξαρτάται κυρίως από το μέγεθος του λάρυγγα και το μήκος των χορδών. Οι άνδρες κατατάσσονται σε οξύφωνους και βαθύφωνους, με μέσο τύπο τον βαρύτονο. Οι γυναίκες και τα παιδιά σε υψίφωνους και βαρύφωνους, με μεσάζοντα τύπο τον μεσόφωνο.
Το ποιόν της φωνής
Η χροιά, είναι το ιδιαίτερο γνώρισμα με το οποίο η φωνή του ενός ξεχωρίζει από τις φωνές των άλλων. Εξαρτάται όχι μόνο από την κατασκευή του λάρυγγα και των χορδών, αλλά και από τη διαφορετική διαμόρφωση των αντηχείων στο κάθε άτομο.
Οι φωνές διαφέρουν ως προς τη γλυκύτητα ή την τραχύτητα, ως προς την ευστροφία (δηλαδή την ικανότητα να αποδίδουν εύκολα τις μικρότερες χρονικές υποδιαιρέσεις των φθόγγων και τα διάφορα σημεία ποιότητος) και ως προς τη διαύγεια και την καθαρότητα. Ιδιαίτερη ποιότητα εμφανίζει η τρομώδης ή κυματίζουσα φωνή, προσόν φυσικό, που αποκτάται όμως και με άσκηση.
Δύο ελαττώματα αξίζουν προσοχή. Όταν η φωνή επηχεί ισχυρά στον φάρυγγα, λαμβάνει χαρακτήρα βαρύ φαρυγγώδη. Όταν πάλι η επήχηση και ο χρωματισμός γίνονται ιδιαιτέρως στη ρινική κοιλότητα, τότε προκύπτει η ρινοφωνία, τόσο ακαλαίσθητη και αποκρουστική στην ακοή. Η ρινοφωνία οφείλεται είτε σε ρινική πάθηση είτε απλώς σε κακή συνήθεια, και είναι αντιφυσιολογική, εφόσον το φυσικό τελικό σημείο εξόδου της φωνής δεν είναι η μύτη αλλά το στόμα και το άνοιγμα των χειλέων.
Η πλάνη δυστυχώς είναι διαδεδομένη στα αναλόγια. Δεν γίνονται οι μουσικοί φθόγγοι μελωδικότεροι με την έρρινη προφορά, ούτε επηχεί η φωνή με περισσότερη ένταση.
Όταν η φωνή αρρωσταίνει
Όπως όλες οι λειτουργίες του σώματος, έτσι και η φωνή υπόκειται σε αλλοιώσεις και βλάβες, παροδικές ή μονιμότερες. Από τις συνηθέστερες παθήσεις, δύο επιδρούν ολέθρια. Η λαρυγγίτιδα, οξεία ή χρόνια, κάνει τη φωνή υπόβραχνη και τραχιά, με τάση να σχηματίζει οξύτερους φθόγγους. Η φαρυγγίτιδα, που πολλές φορές καταντά χρόνια, ρίχνει τη φωνή από το φυσικό της ύψος, την κάνει ανώμαλη και τραχιά και τη διακόπτει συχνά με βήχα. Η διάγνωση και η θεραπεία τους είναι έργο των ειδικών λαρυγγολόγων.
Γενεσιουργός αιτία των παθήσεων του λάρυγγα και του φάρυγγα γίνεται συχνότατα η κακή χρήση της φωνής, η κακοχρηστία. Κακή χρήση είναι :
1) η επί μακρόν συνεχής και κουραστική απασχόληση του φωνητικού οργάνου,
2) η επέκταση ή μετάθεση της περιοχής της φωνής σε φθόγγους υψηλότερους ή χαμηλότερους από τη φυσική της ικανότητα,
3) η ακανόνιστη, ελαττωματική και βεβιασμένη αναπνοή,
4) οι ταχείες και απότομες μεταβάσεις από οξείς σε βαρείς φθόγγους και αντιστρόφως και
5) η εν γένει η υπερκόπωση, η οποία εξαντλεί τα όργανα της φωνητικής συσκευής.
Ιδιαιτέρως κατά την περίοδο της εφηβικής ηλικίας και της μεταβολής της φωνής, ολέθρια αποτελέσματα έχει ακόμη και η μέτρια φωνητική ενασχόληση. Στις αλλοιώσεις συντελούν επίσης τα οινοπνευματώδη ποτά, το κάπνισμα, τα ερεθιστικά φαγητά του φάρυγγα, ο άσωτος βίος και οι ψύξεις.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι υποβιβάζεται η έκταση και η ένταση, ελαττώνεται η αντοχή στο ψάλλειν, μεταβάλλεται το ποιόν και η ευστροφία, και επέρχεται ενίοτε η θραύση του ήχου, η απότομη διακοπή του ήχου μέσα στην ψαλμωδία, που κάθε ψάλτης έχει τουλάχιστον μία φορά φοβηθεί.
Η θεραπεία; Όταν φανούν συμπτώματα αλλοίωσης της φωνής, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχονται, επιβάλλεται πλήρης ανάπαυση του φωνητικού οργάνου. Η σιγή είναι βάση και όρος απαραίτητος για τη θεραπεία της φωνής. Τα λοιπά θα τα κανονίσει ο αρμόδιος ιατρός.
Οι κανόνες υγιεινής
Για να φυλαχθεί η φωνή από βλαβερές επιδράσεις, είναι χρήσιμη η εφαρμογή ορισμένων κανόνων.
Πρώτος και σπουδαιότερος, η συνετή χρήση.
Δεν πρέπει να ψάλλει κανείς οποτεδήποτε και οπουδήποτε, ούτε να παρατείνει χωρίς λόγο την εν τω ναώ ψαλμωδία με μαθήματα αργά και εκτεταμένα. Την αρχή αυτή οφείλουν να τη φυλάττουν αυστηρότερα τα παιδιά, γιατί σε αυτά, το φωνητικό όργανο είναι πολύ ευπαθές και κάθε υπερβολή έχει αποτελέσματα καταστρεπτικά. Όταν δε αρχίσει η περίοδος της μεταβολής της φωνής, πρέπει να παύσει κάθε περιττή φωνητική ενασχόληση μέχρι να συμπληρωθεί και να σταθεροποιηθεί η μεταβολή.
Δεύτερος, η αποφυγή της υπερβολικής έκτασης προς τα υψηλά ή προς τα χαμηλά.
Δεν πρέπει ο ψάλλων να υπερβαίνει τα φυσικά όρια της φωνητικής του ικανότητας. Φωνή βαρύτονου δεν μπορεί να γίνει φωνή οξύφωνου.
Τρίτος, και ίσως ο πιο σημαντικός, η αποφυγή των πολλών συζητήσεων και της πεζής απαγγελίας.
Κουράζει συνήθως η λαλιά και η απαγγελία περισσότερο και από το ίδιο το μέλος (ή τραγούδι), διότι σε αυτήν, οι αναπνευστικές κινήσεις, οι κινήσεις των φωνητικών χορδών είναι πολύ περισσότερες και ταχύτερες. Επιπλέον, επειδή η απαγγελία χρησιμοποιεί λίγους μόνο φθόγγους, το φωνητικό όργανο εκτελεί διαρκώς τις ίδιες μυϊκές κινήσεις και επιβαρύνονται πάντοτε ορισμένα μέρη του. Έχει λοιπόν αλήθεια το μουσικό απόφθεγμα: «η λαλιά φονεύει το άσμα».
Τέταρτος, η κανονική χρήση του αναπνευστικού συστήματος.
Πρέπει πάντοτε να υπάρχει αναλογία ανάμεσα στη δύναμη και την ταχύτητα του αέρα που βγαίνει από τους πνεύμονες και στην ένταση των φωνητικών χορδών. Βλάπτεται η φωνή όταν η δύναμη του αέρα είναι ανώτερη από τη δύναμη αντίστασης των χορδών, αλλά και αντιθέτως, όταν η πίεση του αέρα είναι ανεπαρκής και αφήνεται στις χορδές όλο το βάρος της προσπάθειας για την απόδοση των υψηλών κυρίως φθόγγων.
Πέμπτος, η προφύλαξη από απότομες ψύξεις, ιδίως μετά την ψαλμωδία, οπότε το φωνητικό όργανο έχει θερμανθεί και υπόκειται εύκολα σε κρυολόγημα. Να αποφεύγει ο ψάλλων το κρύο νερό, τη διαμονή σε ψυχρό περιβάλλον και προ πάντων τα ρεύματα του αέρα. Κατά κανόνα απαγορεύεται καθετί κατεψυγμένο, όπως και η υπερβολική θερμοκρασία σε ποτά και ροφήματα.
Έκτος, η αποφυγή του καπνίσματος και των οινοπνευμάτων, τα οποία επιδρούν βλαβερά στη φωνή και επιφέρουν την πρόωρη παρακμή της. Δεν πρέπει επίσης να γίνεται κατάχρηση καφέ και τσαγιού.
Έβδομος, η αποφυγή κάθε σωματικής εξάντλησης.
Κοπιώδεις εργασίες, αϋπνίες, διασκεδάσεις και μέθη, έχουν πάντοτε σοβαρό αντίκτυπο στην υγεία του σώματος και στη φωνή. Βίος εγκράτειας και ηθικότητας, ύπνος επαρκής και ανάπαυση είναι άριστα συντελεστικά για τη διατήρηση της φωνής.
Όγδοος, η αποφυγή ερεθιστικών τροφών του φάρυγγα, καρυκεύματα, τηγανισμένα φαγητά και πιπέρι.
Ένατος, η αποφυγή νευρικών διεγέρσεων από θυμό, στενοχώριες και συγκινήσεις, διότι όλα αυτά επηρεάζουν κακώς τη φωνή.
Το συμπέρασμα διατυπώνεται με θαυμαστή συντομία.
«Φωνή που εξέρχεται αβίαστα και φυσικά, σχηματίζεται δε έντεχνα, ούτε καταπονείται, ούτε φθείρεται, ούτε γηράσκει εύκολα».
Η καλλιέργεια της φωνής
Αν και η φωνή είναι φυσικό χάρισμα, εντούτοις επιδέχεται καλλιέργεια, ανάπτυξη και βελτίωση και η καλλιέργεια αυτή επιβάλλεται όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη φωνητική μουσική. Ως έναν βαθμό γίνεται αυτομάτως με τη μεθοδική φωνητική ενασχόληση και τις σχετικές ασκήσεις. Επιστημονικότερα όμως μπορεί να καλλιεργηθεί σύμφωνα με τα διδάγματα της Φυσικής και της Φυσιολογίας, ώστε και να προληφθεί κάθε παθολογική αλλοίωση και να λάβει η φωνή την πρέπουσα μεθοδική ανάπτυξη.
Δύο είναι οι γενικές αρχές. Πρώτον, όσο νωρίτερα εξοικειώνεται η φωνή προς το τραγούδι και την ψαλμωδία, από την παιδική ηλικία, τόσο ικανοποιητικότερα είναι τα αποτελέσματα. Απαραίτητος όρος είναι μόνο η ενασχόληση να γίνεται εντός των κανονικών ορίων, αβίαστα και άνετα. Δεύτερον, η όλη σωματική ευεξία επιδρά επωφελώς και στο όργανο της φωνής, και γι' αυτό είναι πάντοτε ωφέλιμες οι κάθε είδους σωματικές ασκήσεις.
Ειδικότερα χρησιμεύουν δύο κατηγορίες ασκήσεων.
Οι ασκήσεις του αναπνευστικού συστήματος αποσκοπούν στη βαθμιαία αύξηση της χωρητικότητας των πνευμόνων, στην αύξηση της χρονικής διάρκειας των αναπνευστικών κινήσεων, στην εξοικείωση του ψάλτη να κανονίζει και να ξοδεύει ανάλογα με την ανάγκη, την απαιτούμενη ποσότητα αέρα, και τέλος στην εξοικείωσή του με τον τρόπο της κανονικής αναπνοής κατά την ώρα των ασκήσεων και της ψαλμωδίας. Πρακτικά, βαθιές αναπνευστικές κινήσεις, κατ' αρχάς σε ύπτια στάση και έπειτα σε στάση όρθια, λιγότερες στην αρχή και βαθμιαία περισσότερες. Ασκήσεις κατά τις οποίες οι πνεύμονες κρατούν τον εισαγόμενο αέρα, ύστερα από βαθιά εισπνοή, επί λίγα δευτερόλεπτα στην αρχή και βαθμιαία περισσότερα. Και ασκήσεις με κανονική εισπνοή και εκπνοή βραδεία και ήρεμη. Η αναπνοή, κατά κανόνα, πρέπει να γίνεται όχι με το στόμα αλλά διά της μύτης.
Οι ασκήσεις του κυρίου φωνητικού συστήματος αποσκοπούν στη βαθμιαία, προοδευτική και φυσική ανάπτυξη της φωνής, στην ευκρινή προφορά των φωνηέντων, στον κανονισμό της έντασης, στον κατάλληλο σχηματισμό του ανοίγματος του στόματος και των χειλέων κατά την ψαλμωδία και, τέλος, στην κατάλληλη στάση της κεφαλής, του τραχήλου και όλου του σώματος.
Οι μαθητές εξασκούνται κατ' αρχάς στον ευκρινή σχηματισμό και στην εκφώνηση φωνηέντων και φθόγγων, για τους οποίους δεν χρειάζεται προσπάθεια. Έπειτα γίνεται εξάσκηση σε φθόγγους βαθμιαία οξύτερους και κατόπιν βαρύτερους, μέχρι του ακρότατου φυσικού ορίου της κάθε φωνής.
Χαρακτηριστικά στα παλαιά θεωρητικά αναφέρεται : «Όσο για την καλυτέρευση του ποιού, ωφελεί η ορθή εκτέλεση των σημείων ποιότητος και η εν μέτρω απομίμηση των καλυτέρων ως προς το ποιόν της φωνής ιεροψαλτών. Το «εν μέτρω» είναι κρίσιμο, η μίμηση διδάσκει, η δουλική αντιγραφή ακρωτηριάζει».
Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω, καταλαβαίνει πόσο μακριά έχουμε βρεθεί από τη σοβαρότητα με την οποία οι παλαιότεροι αντιμετώπιζαν το όργανο της φωνής. Σήμερα ο ψάλτης μαθαίνει παρασημαντική, μαθαίνει ήχους και μαρτυρίες, μαθαίνει μέλη και μελοποιούς και μαθαίνει ελάχιστα για το ίδιο του το σώμα.
Ας κρατήσουμε δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι η φωνή είναι δώρο και όχι κτήμα.
Δεύτερον, η σιγή δεν είναι εχθρός του ψάλτη αλλά σύμμαχός του.
Στο αναλόγιο δεν στεκόμαστε για να επιδείξουμε φωνή μας. Στεκόμαστε για να υπηρετήσουμε τη θεία λατρεία που μας ξεπερνά. Η φροντίδα της φωνής, λοιπόν, δεν είναι ματαιοδοξία. Είναι μέρος της υψηλής αυτής διακονίας.