Οι Οκτώ Ήχοι και η Σημασία τους στη Λατρεία

Τι είναι ο «Ήχος»; Οι Ορισμοί των Θεωρητικών

Για να κατανοήσουμε τους οκτώ ήχους, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι σημαίνει η ίδια η λέξη «ήχος» στη Βυζαντινή Μουσική. Δεν πρόκειται για μία απλή κλίμακα, όπως στην ευρωπαϊκή μουσική. Η έννοια είναι πολύ βαθύτερη.

Ο Χρύσανθος εκ Μαδύτων, στο θεμελιώδες έργο του «Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής» (Τεργέστη, 1832), δίνει δύο ορισμούς που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. «Ήχος είναι κλίμαξ συστηματική, δι' ης ορισμένως οδεύοντες οι Μουσικοί απεργάζονται την μελωδίαν» και αλλού στο ίδιο έργο αναφέρει, «ήχος είναι ιδέα μελωδίας». Ο δεύτερος ορισμός είναι εξαιρετικά εύστοχος. Ο ήχος δεν είναι απλώς ένα σύνολο νοτών αλλά είναι μία μελωδική αντίληψη, ένας τρόπος σκέψης και έκφρασης.

Ο Δ.Γ. Παναγιωτόπουλος, στη «Θεωρία και Πράξη της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής», τοποθετεί τους ήχους στο πλαίσιο του λατρευτικού σκοπού τους, υπογραμμίζοντας ότι ο σκοπός του έργου δεν είναι απλώς «θεωρητικός και τεχνικός, αλλά επίσης και πρακτικός και θρησκευτικός». Στη Βυζαντινή Μουσική, η θεωρία δεν χωρίζεται από τη λατρεία.

Ανάμεσα στις μεγαλύτερες μορφές της θεωρητικής και πρακτικής παράδοσης της Βυζαντινής Μουσικής ξεχωρίζει ο Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ (περ. 1770–1840). Μαζί με τον Χρύσανθο εκ Μαδύτων και τον Γρηγόριο Πρωτοψάλτη, αποτελεί έναν από τους τρεις μεγάλους Διδασκάλους που δημιούργησαν το 1814 τη Νέα Μέθοδο της μουσικής σημειογραφίας, τη μεταρρύθμιση εκείνη που απλοποίησε τη σύνθετη παλαιά γραφή και έκανε τη Βυζαντινή Μουσική προσιτή στο ευρύτερο κοινό.

Η κατανομή των ρόλων στο μεγάλο αυτό εγχείρημα ήταν σαφής. Ο Χρύσανθος ανέλαβε το θεωρητικό μέρος, ενώ ο Χουρμούζιος και ο Γρηγόριος το πρακτικό. Ο Χουρμούζιος διόρθωσε και συμπλήρωσε την Εισαγωγή του Χρυσάνθου, καταρτίζοντας ένα πλήρες εγχειρίδιο εισαγωγής τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό μέρος της εκκλησιαστικής μουσικής. Το έργο αυτό το οποίο είναι το «Εισαγωγή εις το θεωρητικόν και πρακτικόν της εκκλησιαστικής μουσικής», φανερώνει, κατά τους ερευνητές, την «άγνωστη έως τώρα επίδρασή του σε άλλους ονομαστούς μουσικούς και την εξέλιξη της ψαλτικής τέχνης».

Ο Χουρμούζιος εργάστηκε για 18 ολόκληρα χρόνια για τη μεταγραφή του μεγαλύτερου μέρους της εκκλησιαστικής μουσικής στη Νέα Μέθοδο, καλύπτοντας ύμνους από την εποχή του Ιωάννη Δαμασκηνού έως τον Μανουήλ Πρωτοψάλτη σε 70 τόμους. Αυτό το αναλόγιο του κόπου και της αφοσίωσης, του χάρισε τον τίτλο «χαλκέντερος», δηλαδή εκείνος που έχει εντόσθια από χαλκό, που αντέχει τον κόπο δίχως να κάμπτεται.

Στα μάτια του Χουρμουζίου, οι οκτώ ήχοι δεν ήταν κάτι απλό και αδιάφορο. Ήταν ζωντανό υλικό που έπρεπε να μεταδοθεί ακέραιο στις επόμενες γενιές. Η πρακτική του προσφορά, η πιστή μεταγραφή εκατοντάδων μελών κατά ήχο, υπήρξε στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο «θεωρητικό» εγχείρημα. Η ίδια η αποτύπωση του ήχου πάνω στο χαρτί.

Από τον Πυθαγόρα στον Ιωάννη Δαμασκηνό

Για να κατανοήσουμε πλήρως τους οκτώ ήχους, πρέπει να ανατρέξουμε πολύ πίσω, στις ρίζες της ελληνικής μουσικής. Οι 8 ήχοι της Βυζαντινής Μουσικής έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαία ελληνική μουσική, όπως αυτή συστηματοποιήθηκε από τον Πυθαγόρα τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Πυθαγόρας ήταν ο πρώτος που συνέδεσε τη μουσική με τα μαθηματικά, μελέτησε τα μουσικά διαστήματα με επιστημονική μέθοδο και θέτοντας τα θεμέλια για τη θεωρία των μουσικών τρόπων που αποτελεί τη βάση της Οκτωήχου. Αυτή η ακριβής μαθηματική θεμελίωση των μουσικών διαστημάτων ήταν που επέτρεψε στον Χρύσανθο, αιώνες αργότερα, να κωδικοποιήσει τους ήχους με μαθηματική ακρίβεια στο «Μέγα Θεωρητικόν».

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει ένα εκτενές σύστημα μουσικών τρόπων που ονόμαζαν «αρμονίες» ή «τρόπους». Δεν ήταν απλώς κλίμακες, ήταν ακριβώς όπως και οι βυζαντινοί ήχοι, δηλαδή ήταν φορείς ήθους. Κάθε τρόπος αντιστοιχούσε σε μία ψυχική διάθεση. Ο Πλάτων στην «Πολιτεία» και ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» συζητούν εκτενώς για το ήθος κάθε τρόπου. Αυτή η αντίληψη, ότι η μουσική διαμορφώνει την ψυχή, πέρασε αναλλοίωτη από την αρχαιότητα στη χριστιανική λατρεία.

Οι Αρχαίοι Τρόποι και η Αντιστοιχία τους με τους Βυζαντινούς Ήχους

Οι αρχαίοι μουσικοί τρόποι, ονομάζονταν από τις φυλές και τις περιοχές που τους καλλιέργησαν πρώτες.Τέσσερις ήταν οι κύριοι τρόποι.

Ο Δώριος, ο Φρύγιος, ο Λύδιος ο Μιξολύδιος και τέσσερις οι αντίστοιχοι υποτρόποι (υποδώριος, υποφρύγιος, υπολύδιος, υπομιξολύδιος), που κινούνταν σε χαμηλότερο μελωδικό χώρο.

Όπως παρατηρούμε οι μουσικοί τρόποι πήραν την ονομασία τους από τις φυλές και τις περιοχές που τους γέννησαν. Δηλαδή ο Δώριος από τους Δωριείς ο Φρύγιος από τη Φρυγία και ο Λύδιος από τη Λυδία (της Μικράς Ασίας).

Αυτή η δομή (τέσσερις κύριοι και τέσσερις υποτρόποι) αντικατοπτρίζεται πλήρως στους οκτώ ήχους:

Α΄ Ήχος (κύριος) → Δώρια αρμονία

Β΄ Ήχος (κύριος) → Φρύγια αρμονία

Γ΄ Ήχος (κύριος) → Λύδια αρμονία

Δ΄ Ήχος (κύριος) → Μιξολύδια αρμονία

Πλάγιος Α΄ → Υποδώριος τρόπος

Πλάγιος Β΄ → Υποφρύγιος τρόπος

Βαρύς → Υπολύδιος τρόπος

Πλάγιος Δ΄ → Υπομιξολύδιος τρόπος

Η αντιστοιχία είναι η απόδειξη ότι η Βυζαντινή Μουσική δεν εφηύρε κάτι εκ του μηδενός. Μετέφρασε τη γλώσσα της αρχαίας ελληνικής μουσικής στη γλώσσα της χριστιανικής προσευχής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντιστοιχία αυτή δεν είναι πάντα απόλυτα ταυτόσημη στα μουσικά διαστήματα. Η επίδραση της ανατολικής μουσικής παράδοσης και η εξέλιξη της χριστιανικής λατρείας έπλασαν τους βυζαντινούς ήχους με τη δική τους ιδιαίτερη ταυτότητα. Ωστόσο η δομική και φιλοσοφική συνέχειά τους είναι αδιαμφισβήτητη.

Από τον Αριστοτέλη στους Πατέρες της Εκκλησίας

Αυτό που σήμερα ονομάζουμε «χαρακτήρας» κάθε ήχου, οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν «ήθος». Ο Δώριος τρόπος (πρόγονος του Α΄ ήχου) θεωρούνταν ο «Ελληνικότατος», εκφραστής ανδρείας και σωφροσύνης, κάτι που έκανε τον Πλάτων να τον προτιμά συχνά. Ο Φρύγιος (πρόγονος του Β΄ ήχου) εξέφραζε πάθος και εκστατική διάθεση, που στη χριστιανική λατρεία μεταμορφώνεται σε βαθιά κατάνυξη. Ο Λύδιος (πρόγονος του Γ΄ ήχου) ήταν εορταστικός και χαρμόσυνος. Ο Μιξολύδιος (πρόγονος του Δ΄) επιβλητικός και σοβαρός.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αγνόησαν αυτή την παράδοση αλλά την υιοθέτησαν. Η επιλογή του κατάλληλου ήχου για κάθε λατρευτική στιγμή ήταν η συνέχεια μιας χιλιόχρονης παιδείας που πίστευε βαθιά ότι η μουσική οδηγεί την ψυχή, την διαμορφώνει και την ανυψώνει.

Κύριοι και Πλάγιοι ήχοι

Οι οκτώ ήχοι είναι: Α΄ (Πρώτος), Β΄ (Δεύτερος), Γ΄ (Τρίτος), Δ΄ (Τέ-ταρτος) και Πλ. Α΄ (Πλάγιος Πρώτος), Πλ. Β΄ (Πλάγιος Δεύτερος), Βαρύς και Πλ. Δ΄ (Πλάγιος Τέταρτος).

Οι τέσσερις πρώτοι ονομάζονται κύριοι και οι τέσσερις τελευταίοι πλάγιοι.

Ήχος στη Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική δεν είναι κάτι αντίστοιχο της κλίμακας της δυτικής μουσικής. Είναι ένα σύνολο μελωδικών φράσεων, το απήχημα (η χαρακτηριστική εισαγωγική μελωδία), τα διαστήματα, οι παύσεις, οι καταλήξεις, που καθορίζουν τη μελωδική γραμμή και υποβάλλουν ένα συγκεκριμένο είδος ψαλμωδίας.

Τα Τρία Γένη και η Χρωματική Πολυπλοκότητα

Κάθε ήχος ανήκει σε συγκεκριμένο γένος (διατονικό, χρωματικό ή εναρμόνιο), κληρονομιά κατευθείαν από την αρχαία ελληνική θεωρία, όπως την περιγράφει ήδη ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος. Ο Χρύσανθος στο «Μέγα Θεωρητικόν» κατέγραψε δεκαέξι κλίμακες: οκτώ διατονικές, πέντε χρωματικές και τρεις εναρμόνιες.

Στο διατονικό γένος ανήκουν οι ήχοι Α΄, Πλ. Α΄, Δ', και Πλ. Δ΄. Στο χρωματικό οι ήχοι Β΄ και Πλ. Β΄. Ο Γ΄ και ο Βαρύς ανήκουν στο εναρμόνιο γένος.

Οι Οκτώ Ήχοι

Α΄ Ήχος (Δώρια αρμονία) Διατονικός. Σοβαρότητα, λαμπρότητα, και μεγαλοπρέπεια. Ο πρωτότυπος «Ελληνικός» τρόπος, εκφραστής ανδρείας και σωφροσύνης, γίνεται ο θεμέλιος ήχος της αναστάσιμης λατρείας.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Τὸ ἦθος τοῦ Πρώτου ἤχου σώζει χαρακτῆρα σεμνὸν καὶ ἐμβριθῆ, ἢ μεγαλοπρεπῆ καὶ ἀξιωματικόν.

Καὶ ἂν οὗτος ὁ ἦχος ταυτίζεαται μὲ τὸν Δώριον τῶν ἀρχαίων,

ὁ Πλάτων ἐθεώρει τὴν σεμνότητα τούτου

ὡς οἰκείαν πρὸς τὴν βελτίωσιν τῶν ἠθῶν·

καὶ παραιτησάμενος τῆς λοιπὰς διαλέκτους τῶν ἤχων ἐνέκρινε τὴν Δωριστί, ὡς ἁρμόζουσαν ἀνδράσι πολεμικοῖς καὶ σωφρόσι.

Διότι αὐτή του ἐφαίνετο ἱκανὴ τὴν ψυχή, τοῦ μὲν σωφρονοῦντος, νὰ τὴν ἐπιρρώση· τοῦ δὲ ἀνοηταίνοντος, νὰ τὴν σωφρονίση.

Β΄ Ήχος (Φρύγια αρμονία) Χρωματικός. Ο εκστατικός Φρύγιος της αρχαιότητας μεταμορφώνεται σε βαθιά κατάνυξη. Πολλά τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος ψάλλονται σε αυτόν. Ήχος ικετευτικός και παθητικός προς συναίσθηση αμαρτωλότητας.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Κἂν δευτέραν εἴληφας ἐν τάξει θέσιν,

Ἄλλ' ἡδονὴ πρώτη σοὶ τῷ μελιρρύτω.

Τὸ σὸν μελιχρὸν καὶ γλυκύτατον μέλος,

Ὄστα πιαίνει, καρδίας τ΄ενηδύνει.

Σειρῆνες ἦδον δευτέρου πάντως μέλη,

Οὕτω πράως σοὶ ρεῖ μελισταγὲς μέλος.

Γ΄ Ήχος (Λύδια αρμονία) Εναρμόνιος. Ζωηρός, εορταστικός, θριαμβευτικός. Κληρονομεί τη χαρά του αρχαίου Λυδίου και αποδίδει τη χαρμόσυνα τις εορτές.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Τὸ ἦθος τοῦ Τρίτου ἤχου, ἂν εἶναι ἐκεῖνος

ὀς τὶς ὠνομάζετο ὑπὸ τῶν ἀρχαίων· Φρύγιος,

σώζει χαρακτῆρα, σκληρόν, ἔνθερμον,

ἀλαζονικόν, ὁρμητικόν, καὶ φρικώδη.

Δι' ὃ λέγει ὁ Ἀθηναῖος,

ὅτι ἐπὶ τοῦ Φρυγίου τρόπου ἤχουν

τὰς σάλπιγγας καὶ τὰ πολεμικὰ ὄργανα.

Καθὼς δὲ φανερώνουσιν οἱ ἐν τῇ Ὀκτωήχῳ στίχοι,

σώζει καὶ τὸν ἀνδρικόν, ἄκομψον, καὶ ἁπλοῦν.

Δ΄ Ήχος (Μιξολύδια αρμονία) Διατονικός. Επιβλητικός, βαθύς, αρχαϊκός. Εκφράζει θεολογική σοβαρότητα και γλυκήτητα. Ήχος της Παναγίας.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Τὸ ἦθος τοῦ Τετάρτου ἤχου σώζει χαρακτῆρα

τὸ πανηγυρικὸν καὶ τὸ χορευτικόν.

Καὶ ὅταν μὲν ἔχη ἴσον τὸ δι,

σώζει τὸ ἀξιωματικὸν καὶ μεγαλοπρεπές·

ὅταν δὲ τὸν βοῦ, τὸ παθητικὸν καὶ ἡδονικόν·

καὶ ὅταν τὸν πά, τὸ ταπεινόν

καὶ διαπεραστικὸν τῆς καρδιᾶς

εἰς παρακίνησιν τῶν ψυχικῶν δυνάμεων.

Πλάγιος Α΄ (Υποδώριος τρόπος) Διατονικός. Αδελφός του Α΄, πιο λυρικός και μαλακός.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Τὸ ἦθος τοῦ Πλαγίου Πρώτου ἤχου

κλίνει μὲν εἰς τὸ φιλοίκτιρμον καὶ θρηνῶδες

διὰ τὰ στιχηραρικὰ μέλη καὶ παπαδικά·

κλίνει δὲ εἰς τὸ διεγερτικὸν καὶ χορευτικόν

διά τα εἰρμολογικὰ εἰς ταχεῖαν ἀγωγὴν χρόνου·

εἰς δὲ βραδεῖαν, εἰς τὸ κεχηνὸς καὶ χαῦνον.

Πλάγιος Β΄ (Υποφρύγιος τρόπος) Χρωματικός. Δραματικός και λυπηρός. Ακούγεται σε νεκρώσιμες ακολουθίες και ύμνους βαθιάς κατανύξεως. Είναι ο ήχος του Θείου Πάθους.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Τὸ ἦθος τοῦ ἤχου σώζει χαρακτῆρα ἁρμόζοντα

εἰς τὰ ἄσματα ἐπικήδεια, καὶ εἰς μελέτας ὑψηλὰς καὶ θείας.

Οὕτως ἔχει εἰς τὰ στιχηρὰ καὶ παπαδικά.

Εἰς δὲ τὰ εἰρμολογικὰ σώζει χαρακτῆρα ἡδονικόν,

ὅπου δηλαδὴ πλεονάζει μὲν ἡ ποιότης του νεανές·

καὶ δὲν ἀκούεται ἡ του νενανώ.

Εἶναι δὲ ἡ ἡδονή του διπλασία της τοῦ δευτέρου.

Βαρύς (Υπολύδιος τρόπος) Εναρμόνιος. Σοβαρός, με έντονη χροιά. Οδηγεί σε βαθύτερη συναίσθηση της θείας παρουσίας.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Τὸ ἦθος τοῦ Βαρέος ἤχου κλίνει εἰς τὸ ἡσυχαστικόν·

καὶ μάλιστα ὅταν μεταχειρίζηται

τὴν ἐναρμόνιον κλίμακα,

σώζει χαρακτῆρα γαλήνιον, εἰρηνικόν,

καὶ δυνάμενον μετριάζειν τὸ ἐξορμητικὸν τοῦ τρίτου ἤχου,

καὶ κατακοιμίζειν τὰ πνεύματα·

διὰ τοῦτο ἀπαρέσκει μὲν τοῖς νέοις καὶ τοῖς εὐγενέσιν·

ἀρέσκει δὲ τοῖς ἁπλοῖς καὶ γέρουσι·

τοιοῦτον δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ Ὀκτωήχῳ στίχων

ἐκφράζεται τὸ ἦθος αὐτοῦ.

Πλάγιος Δ΄ (Υπομιξολύδιος τρόπος) Διατονικός. Ο πιο αγαπητός ήχος. Γλυκύτατος, κατανυκτικός. Σε αυτόν ψάλλεται πλήθος αγαπημένων τροπαρίων.

Ο Χρύσανθος αναφέρει : Τὸ ἦθος τοῦ Πλαγίου Τετάρτου ἤχου σώζει χαρακτῆρα, κλίνοντα εἰς τὸ θελκτικόν, ἡδονικόν,

καὶ ἑλκυστικὸν εἰς πάθη·

διὰ τοῦτο καὶ οἱ κῶμοι κατὰ τοῦτον τὸν ἦχον

ἐμελίζοντο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον.

Πρὸς τούτοις κλίνει καὶ εἰς τὸ σεμνόν,

ὅτε συμβάλλει μεγάλως ἡ βραδεῖα ἀγωγὴ τοῦ χρόνου,

καὶ ἡ μετάθεσις τοῦ τόνου ἀπὸ τοῦ νη ἐπί τον γα.

Η Κληρονομιά των Τριών Διδασκάλων

Το 1814, με τη Νέα Μέθοδο των τριών Διδασκάλων (Χρυσάνθου, Χουρμουζίου και Γρηγορίου) συντελέστηκε η πιο σημαντική μεταρρύθμιση της Βυζαντινής Μουσικής μετά τον Ιωάννη Δαμασκηνό. Ο Χρύσανθος έδωσε τη θεωρητική θεμελίωση των ήχων στο «Θεωρητικόν» του. Ο Χουρμούζιος, με το πρακτικό του εγχειρίδιο και την κολοσσιαία μεταγραφική εργασία των 70 τόμων, απέδειξε ότι κάθε ήχος έχει ψηλαφητή υπόσταση και ζει μέσα στα μέλη. Ο Γρηγόριος τα παρέδωσε στην πράξη του αναλογίου.

Η συμβολή αυτών των τριών, όπως σημειώνουν νεότεροι δάσκαλοι, υπήρξε σωτήρια, διότι χάρη σε αυτούς, αντί για 20 χρόνια μελέτης, μπορούσε κάποιος σε δύο να μάθει να ψάλλει. Οι ήχοι έγιναν προσιτοί, χωρίς να χάσουν τίποτε από το βάθος τους.

Όταν ακούμε σήμερα έναν ψάλτη να ψάλλει σε Α΄ ήχο, ακούμε κάτι που ξεκινά από τον Δώριο τρόπο του Πυθαγόρα, περνά από τις αρχαίες αρμονίες που ψέλλιζαν στα θέατρα και τους ναούς της Αρχαίας Ελλάδος, φτάνει στους πρώτους χριστιανούς που τις αφομοίωσαν, συστηματοποιείται από τον Ιωάννη Δαμασκηνό τον 8ο αιώνα, κωδικοποιείται από τον Χρύσανθο, αποτυπώνεται στα χειρόγραφα του Χουρμουζίου και ζει σήμερα ζωντανό στο ιερό αναλόγιο κάθε ορθόδοξου ναού.

Οι οκτώ ήχοι δεν είναι αρχαιολογικό εύρημα. Είναι η αδιάκοπη ζωντανή γραμμή που συνδέει τον Πυθαγόρα με το σημερινό αναλόγιο. Είναι η γλώσσα της ελληνικής ψυχής, πρώτα στα θέατρα και τους ναούς της αρχαιότητας, και στη συνέχεια μέσα στις εκκλησίες, αμετάβλητη στην ουσία της, για τρεις χιλιάδες χρόνια.

Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη

Share