Ο ψάλτης και η χρήση του μηχανικού ισοκρατήματος

Η ψαλτική τέχνη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας και δεν μπορεί να προσεγγίζεται ως απλή μουσική δεξιότητα ή ως αισθητικό συμπλήρωμα της ακολουθίας. Είναι διακονία του λόγου του Θεού μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, με σαφή λειτουργικό προσανατολισμό και συγκεκριμένο ήθος. Ο ψάλτης δεν καλείται να επιδείξει τεχνική ευχέρεια, αλλά να υπηρετήσει την προσευχή του πιστού λαού με τάξη, μέτρο και ευθύνη. Κάθε πρακτική που εισέρχεται στο αναλόγιο οφείλει, συνεπώς, να εξετάζεται με κριτήριο το αν διαφυλάσσει ή αλλοιώνει αυτό το ήθος. Η χρήση του μηχανικού ισοκρατήματος τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί συχνό φαινόμενο και συχνά παρουσιάζεται ως τεχνική διευκόλυνση. Ωστόσο, πρόκειται για πρακτική που επηρεάζει άμεσα τον τρόπο λειτουργίας του αναλογίου, τη σχέση των ψαλτών μεταξύ τους, την παιδαγωγική συνέχεια της ψαλτικής και τελικά, τη λειτουργική συνείδηση. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι τεχνικό, αλλά εκκλησιαστικό και παιδαγωγικό.
Ορισμός και λειτουργία του ισοκρατήματος
Το ισοκράτημα στη βυζαντινή μουσική δεν είναι απλώς σταθερός φθόγγος βάσης. Πλέον έχει αναδειχθεί σε απαραίτητο στοιχείο καλλωπισμού του μέλους. Το ισοκράτημα έχει καθιερωθεί ως αναπόσπαστο στοιχείο της βυζαντινής μουσικής. Οι πρώτες μαρτυρίες για τη χρήση του εμφανίζονται σταδιακά από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια, ενώ η καθιέρωσή του ως οργανικού στοιχείου της ψαλτικής πράξης τοποθετείται κυρίως στη μεταβυζαντινή περίοδο. Στα παλαιά μουσικά χειρόγραφα δεν καταγράφεται το ισοκράτημα, όχι επειδή ήταν ασήμαντο αλλά επειδή θεωρούνταν αυτονόητο μέρος της ψαλτικής τέχνης. Οι παλαιοί ψάλτες γνώριζαν το πότε και το πώς θα κρατηθεί φθόγγος χωρίς να χρειάζεται κάποια γραπτή υπόδειξη. Μέχρι τον 19ο αιώνα η συστηματική ενασχόληση με το ισοκράτημα δεν ήταν τόσο διαδεδομένη. Από εκείνη την περίοδο και μετά όμως, αρχίζουν να διατυπώνονται κανόνες σε σχέση με τη λειτουργία του σε κάθε ήχο. Μέχρι τότε η χρήση του ισοκρατήματος βασιζόταν στην αισθητική κρίση του διδασκάλου και στην εμπειρία του χορού, κάτι που αποδεικνύει πως το ισοκράτημα δεν είναι μηχανική πράξη αλλά καρπός μουσικής ωριμότητας. Η εξέλιξή του, συνδέεται άμεσα με την ωρίμανση του οκταηχικού συστήματος και την ανάγκη σαφέστερης τονικής στήριξης των μελών, ιδιαίτερα σε συνθέσεις μεγαλύτερης έκτασης και μελισματικού χαρακτήρα. Στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, όταν η προφορική παράδοση αποτέλεσε τον βασικό φορέα διάσωσης της ψαλτικής τέχνης, το ισοκράτημα, λειτούργησε ως πρακτικό και παιδαγωγικό εργαλείο, βοηθώντας τόσο τους ψάλτες όσο και τους μαθητευόμενους να διατηρούν τον ήχο και να αποφεύγουν την τονική αστάθεια. Κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, με τη συστηματοποίηση της ψαλτικής διδασκαλίας και την καθιέρωση συγκεκριμένων αισθητικών κανόνων, το ισοκράτημα αποκτά πιο σαφή ρόλο και αυστηρότερη χρήση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μεγάλοι δάσκαλοι της παράδοσης τόνισαν την ανάγκη, το ισοκράτημα να αποδίδεται με διάκριση, μέτρο και πνευματική επίγνωση, ώστε να υπηρετεί το μέλος και το εκκλησιαστικό ήθος, και όχι να μετατρέπεται σε επίδειξη. Έτσι, το ισοκράτημα δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό βοήθημα, αλλά στοιχείο βαθιά συνδεδεμένο με την παράδοση, την πειθαρχία και την ομοθυμία της λατρευτικής πράξης, εκφράζοντας έμπρακτα την ενότητα των ψαλλόντων και κατ' επέκταση, της ίδιας της εκκλησιαστικής κοινότητας. Με τη συνεχή και αδιάκοπη παρουσία του, συγκρατεί τη μελωδία, της προσδίδει συνοχή και εκφράζει συνειδητά την εγκράτεια, την ενότητα και την ομοθυμία του εκκλησιαστικού σώματος. Η συμβολή του, συνιστά μια στοιχειώδη πολυφωνία, απολύτως σύμφωνη με το ήθος της λατρείας. Η επιλογή αυτή δεν φανερώνει μελωδική φτώχεια. Αντιθέτως, η βυζαντινή μουσική αναπτύσσει τον πλούτο της μέσα από τη λεπτότητα των μουσικών φράσεων, την ποικιλία των ρυθμών, των διαστημάτων, των κλιμάκων και των μελωδικών ειδών, υπηρετώντας πρωτίστως τον λόγο και το πνεύμα της προσευχής. Η ύπαρξη του ισοκρατήματος δεν πρέπει να συγχέεται με δυτικές πρακτικές αρμονίας. Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί τέτοιες απόψεις. Η παράδοση όμως τοποθετεί ξεκάθαρα το ισοκράτημα ως εξέλιξη της ανατολικής εκκλησιαστικής μουσικής. Το ισοκράτημα, όταν αποδίδεται ζωντανά, λειτουργεί με διάκριση γιατί, «ακούει» τον πρωτοψάλτη, προσαρμόζεται στις μικρές μεταβολές και αναπνέει μαζί με το μέλος. Στο παραδοσιακό αναλόγιο, το ισοκράτημα είναι έργο προσώπων. Οι ισοκράτες δεν αποτελούν «ηχητικό φόντο», αλλά ενεργό μέρος της ψαλτικής πράξης. Οι ισοκράτες θα πρέπει να είναι υπερήφανοι, διότι αν αυτοί πάνε καλά, ο ύμνος λαμπρύνεται και αναδεικνύεται. Η συμμετοχή τους προϋποθέτει ακρόαση, συνεργασία και υπακοή στην τάξη του αναλογίου. Αυτή η συνεργασία δεν είναι μόνο μουσική, αλλά και πνευματική διότι καλλιεργεί κοινή ευθύνη και συλλογική συνείδηση.
Η ψαλτική ως λειτουργική πράξη
Σαφώς και η Εκκλησία, δεν τελεί λατρεία με κριτήριο την τεχνική τελειότητα, αλλά με κριτήριο την προσευχητική τάξη. Η ψαλτική δεν αποσκοπεί στην παραγωγή άψογου ακουστικού αποτελέσματος, αλλά στη στήριξη της κοινής προσευχής. Συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι αν ένα μέσο «βελτιώνει» τον ήχο, αλλά αν υπηρετεί τη λειτουργική πράξη χωρίς να την αλλοιώνει. Όταν η τεχνική διευκόλυνση αναγορεύεται σε βασικό κριτήριο, η ψαλτική μετατοπίζεται από τη διακονία προς την εξυπηρέτηση της άνεσης. Αυτή η μετατόπιση έχει συνέπειες στο ήθος του αναλογίου και στη στάση του ψάλτη απέναντι στη λατρεία.
Το μηχανικό ισοκράτημα ως απρόσωπος παράγοντας
Το μηχανικό ισοκράτημα, είναι ένα θέμα το οποίο έχει προκύψει εδώ και αρκετά χρόνια. Είτε με τη μορφή συσκευής, είτε με τη μορφή εφαρμογής στο κινητό, παράγει ήχο χωρίς διάκριση. Δεν ακούει, δεν προσαρμόζεται, δεν συμμετέχει στη στιγμή της ακολουθίας. Η λειτουργία του, είναι προκαθορισμένη και αμετάβλητη. Πρόκειται για ήχο χωρίς πρόσωπο, χωρίς προσευχητική συμμετοχή. Πατώντας το πλήκτρο για να ακουστεί η τονική βάση, όλος ο κόσμος ακούει ένα βουητό χωρίς νόημα γι' αυτόν. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο ψάλτης αντί να προσέχει το μουσικό του κείμενο, ενδιαφέρεται για το πλήκτρο που θα πατήσει για την αλλαγή του ισοκρατήματος. Αν στη συνέχεια ο ιερέας ή ο άλλος ψάλτης ξεφύγουν λίγο από τη βάση του ήχου, ο χειριστής του μηχανικού ισοκράτη ψάχνει να βρει την σωστή τονικότητα δημιουργώντας χασμωδία μέσα στο ναό. Γενικά αντί οι ψάλτες να είναι συγκεντρωμένοι, μεγαλόπρεποι, επιβλητικοί και συγχρόνως ήρεμοι στο αναλόγιο τους, σπέρνουν τον εκνευρισμό μέσα στο εκκλησίασμα. Το χειρότερο από όλα όμως, είναι ότι εισάγεται μέσα στο χώρο της λατρείας, στο βυζαντινό μουσικό στερέωμα, ένα συνοδευτικό όργανο κάτι που έχει απαγορευτεί ήδη από τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούσαν ότι η χρήση μουσικών οργάνων δεν αρμόζει στη χριστιανική λατρεία, διότι η λατρεία του Χριστιανισμού ήταν βαθιά πνευματική, όχι ψυχαγωγική όπως συνέβαινε με τις παραδόσεις της ειδωλολατρικής μουσικής και των πανηγυριών στον αρχαίο κόσμο. Η Εκκλησία των πρώτων αιώνων απέφευγε τα όργανα διότι συνδέονταν με τις θορυβώδεις εορτές των ειδωλολατρικών τελετών, με το θέαμα, την κατάχρηση ηδονών και την εντύπωση ψυχαγωγίας αντί προσευχής στο Θεό. Οι Πατέρες είδαν τα όργανα, ως αντίθετα στη φύση της χριστιανικής ψαλτικής και λατρευτικής πράξης, η οποία πρέπει να εκφράζεται αποκλειστικά με τη φωνή του ανθρώπου απευθείας προς τον Θεό, όπως με τους ψαλμούς και τους ύμνους. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι από τους Πατέρες που εκφράστηκαν αυστηρά κατά των μουσικών οργάνων. Άλλοι Πατέρες όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, συνδέουν τη χρήση οργάνων με κοσμικά, ειδωλολατρικά και αισθησιακά στοιχεία, τα οποία πρέπει να αποφεύγονται εντός της λατρείας. Συνολικά, η απαγόρευση δεν ήταν μια τυπική εντολή γραμμένη σε έναν συγκεκριμένο κανόνα, αλλά μια συνεχής πατερική διδασκαλία και πρακτική, που αναπτύχθηκε με βάση την παράδοση και την εμπειρία των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων, να ψάλλεται δηλαδή και να ψάλλει μόνο η ανθρώπινη φωνή χωρίς μουσικά όργανα, ώστε να διατηρείται η λατρεία καθαρή, πνευματική και απαλλαγμένη από τα στοιχεία του ειδωλολατρικού κόσμου.
Το παρακάτω απόσπασμα, είναι από την «Προς Εφεσίους» επιστολή του Αποστόλου Παύλου (εφ. 5,18–21) και αποτελεί ένα από τα πιο καθαρά κείμενα για το ήθος της χριστιανικής λατρείας και ζωής.
«Και μη μεθύσκεσθε με οίνον, εις τον οποίον είναι ασωτία, αλλά πληρούσθε διά του Πνεύματος, λαλούντες μεταξύ σας με ψαλμούς και ύμνους και ωδάς πνευματικάς, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών εις τον Κύριον, ευχαριστούντες πάντοτε υπέρ πάντων εις τον Θεόν και Πατέρα εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, υποτασσόμενοι εις αλλήλους εν φόβω Θεού».
Μτφ.
«Μη μεθάτε με κρασί, γιατί αυτό οδηγεί στην ασωτία, αλλά να γεμίζετε από το Άγιο Πνεύμα. Να μιλάτε μεταξύ σας με ψαλμούς, με ύμνους και με πνευματικά άσματα, να ψάλλετε και να υμνείτε τον Κύριο με την καρδιά σας, να ευχαριστείτε πάντοτε τον Θεό και Πατέρα για όλα, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και να δείχνετε υπακοή ο ένας προς τον άλλον με φόβο Θεού».
Ο Απόστολος Παύλος εξηγεί πώς η χριστιανική κοινωνία δεν ενώνεται με θορύβους ή εξωτερικά θεάματα, αλλά με τον λόγο που ψάλλεται, με το μέλος που γεννιέται από την προσευχή. Οι «ψαλμοί» παραπέμπουν κυρίως στους ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης, οι «ύμνοι» σε δοξολογικά άσματα της Εκκλησίας, και οι «ωδές πνευματικές» σε κάθε άσμα που πηγάζει από την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος. Το σημαντικό εδώ είναι ότι η ψαλμωδία λειτουργεί ως μέσο κοινωνίας μεταξύ των πιστών και όχι ως επίδειξη. Η φράση «άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών εις τον Κύριον» είναι καθοριστική. Ο Απόστολος δεν καταργεί τη φωνή, αλλά τονίζει ότι η αληθινή ψαλμωδία ξεκινά από την καρδιά. Η λατρεία δεν είναι εξωτερικός ήχος, αλλά εσωτερική στάση, όπου ο άνθρωπος προσφέρει τον εαυτό του στον Θεό με ταπείνωση και επίγνωση. Γι' αυτό και το «ψάλλειν» εδώ δεν συνδέεται με όργανα ή αισθησιακή μουσική, αλλά με πνευματική εγρήγορση και προσευχητικό ήθος.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει :
«Τί δεῖ κιθάρας καὶ χορδῶν; σῶμα γὰρ ἔχεις κιθάραν καὶ ψυχήν χορδάς».
Μτφ :
«Τι ανάγκη υπάρχει για κιθάρες και χορδές; Αφού έχεις το σώμα σου ως κιθάρα και την ψυχή σου ως χορδές».
ερμηνεύοντας τους Ψαλμούς θέλοντας να τονίσει ότι, στη χριστιανική λατρεία, το κατεξοχήν όργανο δοξολογίας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, η φωνή, η καρδιά και η καθαρότητα της ψυχής του.
Και ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει :
«Οὐκ ἐν ὀργάνοις ἡ εὐαρέστησις τῷ Θεῷ, ἀλλ' ἐν καρδίᾳ καθαρᾷ».
Μτφ :
«Η ευαρέσκεια προς τον Θεό δεν βρίσκεται στα όργανα, αλλά στην καθαρή καρδιά.»
Το γιατί λοιπόν έχουν απαγορευθεί τα πάσης φύσεως τεχνητά μέσα στη Θεία Λατρεία, μας το επισημαίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Βέβαια οι δημιουργοί του μηχανικού ισοκράτη υποστηρίζουν ότι απλά έχει αποθηκευμένες ανθρώπινες φωνές και πως δεν είναι σε καμία περίπτωση μουσικό όργανο. Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια εδώ. Αυτές οι φωνές δεν συμμετέχουν στην απαγγελία του ύμνου, δεν αυξομειώνουν την ένταση του ήχου κατά την ροή του μέλους, δεν αναπνέουν και δεν μιλούν αυτές οι φωνές, κάτι το οποίο έχει ως επακόλουθο να μην σταματούν ομαλά στις αναπνοές του μέλους. Όπως και να το κάνουμε ένα μηχάνημα είναι αδύνατο να δώσει πνοή στο μέλος. Παρόλο που η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος έχει καταφερθεί εναντίον του μηχανικού ισοκράτη παρ' όλα αυτά εμείς οι ψάλτες τρέξαμε να τον προμηθευτούμε. Πάντως είναι απαράδεκτο από μουσικής απόψεως αλλά και από θεολογικής να χρησιμοποιείται στη λατρεία τέτοιο μηχάνημα. Θα τολμήσω να πω πως αποτελεί μοχλό εκτροπής από τον δρόμο που χάραξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Αυτή η απουσία προσώπου δεν είναι ασήμαντη λεπτομέρεια. Η Εκκλησία λειτουργεί ως κοινωνία προσώπων και όχι ως σύστημα μηχανισμών. Όταν το ισοκράτημα, κάτι το οποίο είναι στοιχείο κατεξοχήν συλλογικό, αντικαθίσταται από μηχανισμό, εισάγεται διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει συμμετοχή στη λατρεία.
Το επιχείρημα της «σταθερότητας»
Συχνά προβάλλεται ότι το μηχανικό ισοκράτημα εξασφαλίζει σταθερή βάση και αποτρέπει φωνητικές αστοχίες. Ωστόσο, η σταθερότητα αυτή είναι στατική και όχι λειτουργική. Το ζωντανό ισοκράτημα δεν είναι απόλυτα ακίνητο αλλά ακολουθεί τη φυσική κίνηση της φωνής και τη ροή του μέλους. Οι μικρές προσαρμογές αποτελούν στοιχείο ζωντάνιας, όχι σφάλμα. Ο ισοκράτης γενικά, πρέπει να ισοκρατεί με κανονική την ένταση της φωνής του όπως ακριβώς κάνει και ο ψάλτης. Η ένταση αυτή δεν πρέπει να αυξομειώνεται όπως πολλοί υποστηρίζουν αλλά να πάλλεται φυσικά και να ακολουθεί το μέλος. Π.χ. όταν στο μέλος αναγράφεται η λέξη «σιγά» ο ψάλτης και το ισοκράτημα ψάλλουν ασθενέστερα. Αντιθέτως, η απόλυτη ακινησία του μηχανικού ισοκρατήματος μπορεί να δημιουργήσει χασμωδία με τη φυσική φωνητική τοποθέτηση και να επιβάλει ένα καθεστώς «αναρχίας» μέσα στο ναό. Η μουσικολογική εμπειρία δείχνει ότι η βυζαντινή ψαλτική ευδοκιμεί μέσα σε ζωντανή ακουστική αλληλεπίδραση, όχι σε μηχανική επιβολή του ήχου.
Παιδαγωγική τεκμηρίωση
Η ψαλτική τέχνη μεταδίδεται πρωτίστως βιωματικά. Η ακρόαση, η μίμηση, η σταδιακή καλλιέργεια της φωνής, συνιστούν τον πυρήνα της μαθητείας. Το ζωντανό ισοκράτημα λειτουργεί ως βασικό παιδαγωγικό εργαλείο. Ο μαθητής μαθαίνει να ακούει τον άλλον, να συγχρονίζεται, να σέβεται τον χρόνο, το ύφος και να εντάσσεται στο σύνολο του χορού. Η συστηματική χρήση μηχανικού ισοκρατήματος, ιδίως σε πρώιμα στάδια εκπαίδευσης, αλλοιώνει αυτή τη διαδικασία. Αντί να καλλιεργείται η ακουστική ευαισθησία και η συνεργασία, καλλιεργείται η εξάρτηση από έναν εξωτερικό μηχανισμό. Ο μαθητής μαθαίνει να «πατά» πάνω σε έτοιμο ήχο χωρίς να διαμορφώνει ζωντανά το μέλος. Το αποτέλεσμα είναι, ψάλτες που εμφανίζουν τεχνική αυτάρκεια αλλά υστερούν σε λειτουργική συνείδηση και συνεργασία. Παιδαγωγικά, η μετάθεση της ευθύνης από τον δάσκαλο, στο μηχάνημα υπονομεύει τη μαθητεία. Το λάθος, αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκμάθησης, και τελικά δεν διορθώνεται μέσα από καθοδήγηση και άσκηση, αλλά «καλύπτεται» από μία «άψυχη» μηχανή. Έτσι, η μάθηση γίνεται επιφανειακή και όχι ουσιαστική.
Εκκλησιολογική διάσταση
Η Εκκλησία νοείται ως κοινωνία προσώπων. Η λατρεία τελείται από ανθρώπους που συμμετέχουν με συνείδηση και ευθύνη. Το αναλόγιο είναι μία μικρογραφία αυτής της κοινωνίας. Πρωτοψάλτης, Λαμπαδάριος και ισοκράτες, συνυπάρχουν με ρόλους και τάξη. Η αντικατάσταση των ισοκρατών σε μηχανικό ισοκράτημα, αλλοιώνει αυτή τη σχέση και μετατρέπει τη συλλογική διακονία σε ατομική εκτέλεση με τεχνική υποστήριξη. Η απρόσωπη φύση του μηχανικού ισοκρατήματος έχει και εκκλησιολογικές συνέπειες. Εισάγει τη λογική του αυτοματισμού σε μια πράξη που θεμελιώνεται από τη συμμετοχή του ανθρώπου. Η λατρεία δεν είναι ακολουθία «τέλειας παράστασης» (αν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο), αλλά κοινή στάση προσευχής. Όταν ο ήχος παράγεται από μηχανή, ένα μέρος της συμμετοχής απομακρύνεται από το ανθρώπινο επίπεδο.
Αντιρρήσεις και συστηματικές απαντήσεις
Αντίρρηση Νο 1: «Μα δεν υπάρχουν ισοκράτες, άρα δεν υπάρχει άλλη λύση».
Η έλλειψη προσώπων είναι υπαρκτό πρόβλημα, αλλά δεν αντιμετωπίζεται με μόνιμη υποκατάσταση. Αν το αναλόγιο συνηθίσει στη μηχανή, παύει να παράγει ισοκράτες. Η λύση βρίσκεται στη δημιουργία συνθηκών μαθητείας, όπως η ενθάρρυνση συμμετοχής και σταδιακή ένταξη των νέων. Η δικαιολογία του « κατ' οικονομίαν» δεν μπορεί να καταργεί τον κανόνα.
Αντίρρηση Νο 2: «Οι ισοκράτες κάνουν λάθη και χαλάνε το μέλος».
Το λάθος, είναι παιδαγωγικό εργαλείο. Διορθώνεται με καθοδήγηση και χρόνο. Η αντικατάσταση του προσώπου επειδή σφάλλει οδηγεί σε απαξίωση της μαθητείας και σε στασιμότητα. Η Εκκλησία δεν λειτούργησε ποτέ με κριτήριο την απουσία λαθών, αλλά με κριτήριο τη μετάνοια και τη διόρθωση.
Αντίρρηση Νο 3: «Το μηχανικό ισοκράτημα βοηθά τους νέους να κρατούν τη βάση».
Ως εργαλείο μελέτης εκτός λατρείας, φυσικά και μπορεί να έχει χρησιμότητα. Ως πρακτική της ακολουθίας, όμως, υποκαθιστά την αναγκαία ακρόαση και συνεργασία. Η εκπαίδευση στο αναλόγιο οφείλεται να γίνεται με ανθρώπους.
Αντίρρηση Νο 4: «Δεν ενοχλεί αισθητικά, άρα είναι αποδεκτό».
Το κριτήριο δεν είναι η ενόχληση, αλλά το ήθος. Πολλές αλλοιώσεις δεν γίνονται αντιληπτές άμεσα στο άκουσμα, αλλά επιδρούν στη συνείδηση και στη νοοτροπία. Το αναλόγιο δεν είναι χώρος δοκιμών και ευκολίας, αλλά ευθύνης.
Πρακτικές συνέπειες
Μουσικολογικά, η βυζαντινή ψαλτική στηρίζεται στη ζωντανή αλληλεπίδραση φωνών μέσα στον χώρο. Η ακουστική του ναού, η ένταση, η απόσταση, η φυσική αντήχηση απαιτούν και την ανάλογη προσαρμογή. Το ζωντανό ισοκράτημα ανταποκρίνεται σε αυτές τις παραμέτρους, το μηχανικό όχι. Η ακαμψία του, μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες ισορροπίες έντασης και σε αποκοπή του μέλους από τον χώρο. Πρακτικά, η μόνιμη χρήση μηχανικού ισοκρατήματος μειώνει την ανάγκη συντονισμού και οδηγεί σε απομόνωση του ψάλτη. Η συλλογική ευθύνη εξασθενεί και το αναλόγιο χάνει τον χαρακτήρα του ως κοινότητα.
Η έννοια της «οικονομίας» και τα όριά της
Η εκκλησιαστική παράδοση γνωρίζει την έννοια της οικονομίας και τη χρησιμοποιεί με διάκριση. Η οικονομία δεν αποτελεί χαλάρωση της τάξης, αλλά προσωρινή παρέκκλιση. Αυτό πηγάζει από την αγάπη του θεού για να φτάσει κοντά στον άνθρωπο ακόμα και αν αυτό απαιτεί μια παρέκκλιση από τους τυπικούς κανόνες, χωρίς όμως αυτοί οι κανόνες να καταργούνται.. Δεν αναιρεί τον κανόνα, τον προϋποθέτει. Εφαρμόζεται μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα και πάντοτε με προοπτική επιστροφής στην κανονική τάξη. Στο ζήτημα του μηχανικού ισοκρατήματος, η οικονομία μπορεί να γίνει ανεκτή μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Όχι ως γενική πρακτική, όχι ως μόνιμη λύση, όχι ως στοιχείο «εκσυγχρονισμού» ή «μοντερνισμού», αλλά αποκλειστικά ως λύση ανάγκης. Όπου η οικονομία μετατρέπεται σε συνήθεια, παύει να είναι οικονομία και γίνεται αλλοίωση. Η εκκλησιαστική πράξη δεν επιτρέπει τη θεσμοθέτηση της ευκολίας. Η παράδοση διατηρείται όταν οι εξαιρέσεις παραμένουν εξαιρέσεις και δεν μεταβάλλονται σε κανόνα του αναλογίου.
Η ευθύνη του ψάλτη ως φορέας παράδοσης
Ο ψάλτης δεν στέκεται στο αναλόγιο ως επαγγελματίας. Στέκεται ως φορέας παράδοσης. Παραλαμβάνει κάτι που δεν του ανήκει και έχει υποχρέωση να το μεταδώσει ακέραιο. Η ευθύνη του δεν εξαντλείται στο αν «έβγαλε» σωστά την ακολουθία, αλλά στο αν διαφύλαξε το ήθος της ψαλτικής. Η επιλογή του μηχανικού ισοκρατήματος δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πράξη με συνέπειες στη νοοτροπία, στην παιδαγωγική συνέχεια και στη συλλογική συνείδηση. Ο ψάλτης που συνηθίζει στη μηχανική υποκατάσταση παύει, σταδιακά, να θεωρεί αναγκαία την ανθρώπινη παρουσία. Έτσι όμως υπονομεύεται η ίδια η ύπαρξη του αναλογίου. Ο ψάλτης οφείλει να καλλιεργεί ανθρώπους και όχι να αντικαθιστά πρόσωπα, να εκπαιδεύει μαθητές και όχι να επιλέγει το έτοιμο, να αντέχει την ατέλεια ως μέρος της μαθητείας και να διακρίνει πότε η ανάγκη επιβάλλει οικονομία και πότε η ευκολία αλλοιώνει το ήθος.
Η ψαλτική παράδοση ως ζωντανή συνέχεια
Η ψαλτική παράδοση δεν διατηρήθηκε αιώνες επειδή ήταν εύκολη, αλλά επειδή υπήρξαν άνθρωποι που τη στήριξαν με κόπο, πειθαρχία και ευθύνη. Το αναλόγιο λειτούργησε ως σχολείο, ως χώρος μετάδοσης ήθους, όχι ως χώρος τεχνικών λύσεων. Η εισαγωγή μηχανικών υποκατάστατων, όταν δεν γίνεται με αυστηρή διάκριση, αλλοιώνει αυτή τη συνέχεια. Η παράδοση χάνεται από μικρές και «αθώες» παραχωρήσεις που συσσωρεύονται και μεταβάλλουν τη νοοτροπία. Η Εκκλησία δεν καλείται να προσαρμόζεται σε κάθε τεχνική δυνατότητα. Καλείται να διακρίνει ποια μέσα υπηρετούν την αλήθεια της λατρείας και ποια την υπονομεύουν, ακόμη κι αν προσφέρουν ευκολία.
Συμπέρασμα
Το μηχανικό ισοκράτημα δεν μπορεί να εξισωθεί με το ζωντανό. Δεν είναι πρόσωπο, δεν έχει διάκριση, δεν συμμετέχει στη λειτουργική πράξη. Η συστηματική χρήση του αλλοιώνει το ψαλτικό ήθος, διότι μετατοπίζει τη λατρεία από την κοινότητα προς τον μηχανισμό και από τη μαθητεία προς την τεχνική εξάρτηση. Κατ' οικονομία και μόνο σε εξαιρετικές συνθήκες, μπορεί να γίνει ανεκτή περιορισμένη χρήση του, υπό αυστηρά κριτήρια και με σαφή προοπτική επιστροφής στον κανόνα. Ο κανόνας, όμως, παραμένει αδιαπραγμάτευτος :
Ζωντανό αναλόγιο, ζωντανό ισοκράτημα, ζωντανή εκκλησιαστική τάξη.
Η ψαλτική δεν είναι άθροισμα ήχων. Είναι πράξη προσώπων. Και παραμένει αληθινή, μόνο όταν παραμένει ανθρώπινη, εκκλησιαστική και υπεύθυνη.