«Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου, Κύριε…»

Ένας ύμνος που μιλά σε όλους.
«Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε,
ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις·
τοῦ γὰρ Γεννήτορος ἡ φωνὴ προσεμαρτύρει σοι,
ἀγαπητόν σε Υἱὸν ὀνομάζουσα·
καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς,
ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανεὶς, Χριστὲ ὁ Θεός,
καὶ τὸν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.»
μτφ.
«Ὅταν βαπτιζόσουν στόν Ἰορδάνη, Κύριε,
φανερώθηκε ἡ Προσκύνηση τῆς Ἁγίας Τριάδος·
διότι ἡ φωνή τοῦ Πατέρα πού σ' ἐγέννησε,
ἔδινε γιά σένα τή μαρτυρία ὀνομάζοντάς σε Υἱό ἀγαπητό·
καί τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ μορφή περιστερᾶς
βεβαίωνε τή γνησιότητα τοῦ λόγου. Χριστέ Θεέ μας, πού ἐμφανίσθηκες
στόν κόσμο καί τόν ἐφώτισες, δόξα σ' ἐσένα.»
Θεολογία και ψαλτική προσέγγιση του απολυτικίου των Θεοφανείων
Η εορτή των Θεοφανείων κατέχει ξεχωριστή θέση στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, καθώς αποτελεί τη φανέρωση του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. Το απολυτίκιο της εορτής, «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου, Κύριε», συνοψίζει με απαράμιλλη πληρότητα το θεολογικό περιεχόμενο του γεγονότος, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρμονικής σχέσης λόγου και μέλους στη βυζαντινή ψαλτική παράδοση.
Ο ύμνος αυτός δεν περιγράφει απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Αποτελεί θεολογική ομολογία. Τη μαρτυρία του Πατρός διά της φωνής, την παρουσία του Υιού εν σαρκί και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Η Εκκλησία, διά της υμνογραφίας, δεν αφηγείται αλλά ομολογεί. Και ο ιεροψάλτης καλείται να καταστήσει αυτή την ομολογία ακουστή, όχι ως καλλιτεχνική επίδειξη, αλλά ως προσευχή.
Το κείμενο του απολυτίκιου είναι λιτό και συνάμα πλούσιο. Απλό και ταυτόχρονα πλούσιο σε νοήματα. Κάθε λέξη φέρει βάρος δογματικό. Η φανέρωση της Παναγίας Τριάδος δεν παρουσιάζεται με εντυπωσιασμούς, αλλά με νηφαλιότητα και απλότητα. Αυτή ακριβώς η λιτότητα και η απλότητα του λόγου απαιτεί αντίστοιχη λιτότητα και στο μέλος. Η ψαλτική παράδοση, όπως διαμορφώθηκε μέσα στους αιώνες, απέφυγε κάθε υπερβολή, επιλέγοντας μελωδική γραφή που υπηρετεί το κείμενο και δεν το επισκιάζει.
Η μελοποίηση του απολυτίκιου των Θεοφανείων, στις κλασικές της μορφές, χαρακτηρίζεται από ισορροπία, μέτρο και καθαρότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι παραδοσιακές εκδοχές αποφεύγουν τις υπέρμετρες αναπτύξεις. Το μέλος κινείται με τρόπο που επιτρέπει στο εκκλησίασμα να κατανοήσει το νόημα του ύμνου, να συμμετάσχει πνευματικά.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η ευθύνη του ιεροψάλτη. Το απολυτίκιο των Θεοφανείων δεν προσφέρεται για προσωπικές ερμηνείες, ούτε για φωνητικές επιδείξεις. Ο ψάλτης καλείται να σταθεί με σεμνότητα, συνειδητοποιώντας ότι λειτουργεί ως όργανο της Εκκλησίας και όχι ως αυτόνομος εκτελεστής. Η φωνή του οφείλει να διακονεί το μυστήριο, όχι να το «ερμηνεύει» κατά το προσωπικό του γούστο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται οι φράσεις του ύμνου. Η σωστή άρθρωση, η προσεγμένη τονικότητα και η ισορροπημένη ροή του μέλους συμβάλλουν ώστε το θεολογικό περιεχόμενο να φτάσει ακέραιο στον ακροατή. Η βυζαντινή μουσική, ως κατεξοχήν λειτουργική τέχνη, δεν αποσκοπεί στη συγκίνηση καθαυτή, αλλά στην αλλαγή της νοοτροπίας μας και στη μεταμόρφωση της καρδιάς μας, μέσω της προσευχής.
Το απολυτίκιο των Θεοφανείων ψάλλεται επανειλημμένως κατά την εορταστική περίοδο και συνοδεύει τόσο τη Θεία Λειτουργία όσο και τον Μεγάλο Αγιασμό. Αυτή η επανάληψη δεν είναι τυπική αλλά παιδαγωγική. Η Εκκλησία επιμένει στο ίδιο θεολογικό μήνυμα, καλώντας τους πιστούς να το ενστερνιστούν βαθύτερα. Ο ιεροψάλτης, μέσα από τη σταθερότητα και την ακρίβεια της εκτέλεσης, συμβάλλει ουσιαστικά και αυτός, σε αυτή τη λειτουργική παιδαγώγηση.
Δεν πρέπει, τέλος, να λησμονούμε ότι η ψαλτική παράδοση είναι καρπός βιώματος και όχι θεωρητικής εφεύρεσης. Το απολυτίκιο των Θεοφανείων, όπως μας παραδόθηκε και ο τρόπος που ψάλλεται δεν είναι τυχαίος. Έχει δοκιμαστεί μέσα στους αιώνες και έχει αποδειχθεί ότι βοηθά τον άνθρωπο να προσευχηθεί. Γι' αυτό και η πιστή του απόδοση δεν είναι συνήθεια, αλλά σεβασμός στην εμπειρία της Εκκλησίας.
Αυτό δεν είναι απλή προσκόλληση στο παρελθόν;
Θα ήταν λάθος αν κρατούσαμε κάτι μόνο από φόβο μήπως αλλάξει, ή απλώς επειδή «έτσι το γράφουν τα βιβλία».
Εδώ όμως μιλάμε για κάτι διαφορετικό:
Σεβασμό σε κάτι ζωντανό, που συνεχίζει να μιλά στον άνθρωπο και σήμερα.
Η παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι μουσείο.
Είναι σαν ένα μονοπάτι που το περπάτησαν πολλοί πριν από εμάς και μας δείχνει έναν ασφαλή δρόμο.
Πώς μεταφράζεται αυτό πρακτικά για τον ψάλτη
Σημαίνει ότι, δεν χρειάζεται να το «στολίσουμε» υπερβολικά το μέλος, ούτε να το αλλάξουμε για να ξεχωρίσουμε όμως, ούτε να δείξουμε τι μπορούμε να κάνουμε με τη φωνή μας.
Αρκεί η καθαρή φωνή, ο ήρεμος ρυθμός αλλά πάνω απ' όλα, σεβασμός στο κείμενο και στα νοήματα του ύμνου.
Αν γίνουν όλα αυτά, τότε ο ύμνος κάνει αυτό για το οποίο γράφτηκε.
Καθώς λοιπόν πλησιάζουμε ή εορτάζουμε τα Άγια Θεοφάνεια, ο ιεροψάλτης καλείται να σταθεί με συναίσθηση του λειτουργήματός του. Να ψάλλει με φόβο Θεού, με καθαρότητα και με ταπείνωση, ώστε ο ύμνος «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου, Κύριε» να παραμένει αυτό που είναι, όχι απλώς ένας ωραίος ύμνος, αλλά ζωντανή ομολογία πίστεως.